POKKA KAI ΕΧΘΡΙΚΟΣ ΩΚΕΑΝΟΣ

.



Κάτι άλλο που ειπώθηκε από τους παρουσιαστές, και που θα μπορούσε εύκολα να αποφευχθεί με απλή σιωπή, είναι ότι η σεξουαλική εξάρτηση έχει γίνει πλέον διαταραχή προσωπικότητας (από πλευράς ποσότητας). Το λέω αυτό γιατί ενώ η καλεσμένη – ψυχολόγος έλεγε κάτι, κάποιος άλλος πετάχτηκε και σφήνωσε την παραπάνω φράση. Ακόμη, αν ήθελε να διερευνήσει κάπως ικανοποιητικά το επιχείρημα που σφήνωσε, θα έπρεπε αμέσως μετά να μιλήσει και για τη σεξουαλική εξάρτηση ως διαταραχή προσωπικότητας από πλευράς ποιότητας. Το πόσο δηλαδή ψυχικά άρρωστος είναι ένας άντρας που είναι εξαρτημένος σεξουαλικά από τις άσχημες γυναίκες, εξωτερικώς ή εσωτερικώς. Αλλά ούτε κι αυτό ειπώθηκε. Έτσι φανέρωσε ακόμα πιο κραυγαλέα τον λειψό τρόπο παρουσίασης των γεγονότων, που είδαμε παραπάνω, και την αδικαιολόγητη παράθεση συγκεκριμένων επιλεγμένων ειδών ιδεών. Ας δούμε όμως το επιχείρημα αυτό καθαυτό.

Οι διαταραχές προσωπικότητας είναι για μένα ένας σχετικά ατυχής όρος. Κανένας δεν είναι ψυχικά διαταραγμένος. Αν πεις σ’ ένα τρελό ότι είναι τρελός, θα σου πει ότι τρελός είσαι συ και όλο σου το σόι. Κάποιος πιο λογικός θα σε ρωτήσει: «είμαι τρελός, σύμφωνα με ποιον; Μ’ εσένα;» Οι ψυχικά ασταθείς, οι σχιζοφρενείς, οι νοητικά καθυστερημένοι, επικίνδυνοι και μη, έχουν χαρακτηριστεί διαταραγμένοι, και η κοινωνία τους έχει αποκλείσει ζωντανούς σ’ ένα χώρο ώστε να μην αναμειγνύονται με αυτήν. Αυτό βλέπω να γίνεται επειδή η κάθε συσπείρωση ανθρώπων, που από μόνη της έχει ορίσει ότι η ίδια  είναι κανονική με ένα δικό της όριο, έχει αποπέμψει κάθε στοιχείο που δε μπορεί να ελεγχθεί και να χρησιμοποιηθεί. Τα μέλη της, που έχουν αυτοχαρακτηριστεί ως χρήσιμοι άνθρωποι και υπάλληλοι με καριέρα, έχουν γράψει ακόμα και βιβλία με το τι είναι κανονικό και τι όχι, διδάσκοντας τα υπόλοιπα πώς να ξεχωρίζουν την αντικανονικότητα και πληρώνοντας κάποια άλλα για να κρατάνε τους κακούς έξω. Το παραπάνω επιχείρημα έχει πολλές απολήξεις και δεν είναι επί του παρόντος να τις κατονομάσω. Αυτό που μπορώ να πω με απλά λόγια είναι ότι αν μια μέρα κάποιος βρει ένα τρόπο να βγάζει πάρα πολλά λεφτά χωρίς να δουλεύει ή να σκοτώνει κόσμο και να αποδεικνύει κάπως ότι είναι σωστό, στην πρώτη περίπτωση θα τον εγκλείσουν ως τρελό γιατί δε θα έχουν να τον πληρώσουν και στη δεύτερη θα τον κλείσουν στη φυλακή ως εγκληματία, ακόμα κι αν δεν παρέβη κανένα νόμο, γιατί σε λίγο καιρό αυτός δε θα αφήσει κανέναν.

Οι παρουσιαστές αυτοί λοιπόν, ανά τακτικά χρονικά διαστήματα φανέρωναν κάτι περιοδικά, έλεγαν «ναι, ναι, ναι» όλη την ώρα και ανέφεραν τις διαφορετικές σεξουαλικές συνήθειες που επικρατούν στην Ιταλία και στην Αρκτική. Αναρωτιέμαι αν στ’ αλήθεια καταλάβαιναν το τι άκουγαν περί του τι έχει προηγηθεί της απιστίας, αν συμφωνούσαν ή αν είναι μια επιβεβαίωση ότι απλά άκουσαν αυτά που ειπώθηκαν. Αυτό το λέω γιατί αυτοί πουθενά δε φαίνεται αν υποστηρίζουν συνειδητά όσα είπε η καλεσμένη τους ή απλά κατονομάζουν αυτά που είδαν ή διάβασαν κάπου ή μετέφεραν «απόψεις φίλων». Μακάρι να έλεγαν περισσότερα πράγματα δικά τους, γιατί θα ήθελα να ακούσω πραγματικά τη γνώμη τους. Αλλά ας είναι. Δε μπορώ να τα έχω όλα δικά μου.

Επίσης, η φίλη μου υποστήριξε, στο λίγο πραγματικό χρόνο που της δόθηκε για να πει τόσα πολλά, ότι «δε μπορούμε να δώσουμε έναν επιστημονικό ορισμό για την απιστία». Αυτό είναι ολοκάθαρα σωστότατο, γιατί όλες οι περιπτώσεις που αντιμετωπίζει δεν είναι ίδιες και ούτε θεωρούν την απιστία όλοι με τον ίδιο τρόπο. Άσε που η απιστία είναι κοινωνικός ή θρησκευτικός όρος και όχι επιστημονικός, πράγμα που κάνει την προσπάθεια ακόμα πιο δύσκολη. Αν καλέσεις έναν παπά να πει για τις υπερχορδές και τα μποζόνια Χιγκς, από την απάντηση θα καταλάβεις πόσο ταιριαστό είναι να ρωτάς έναν επιστήμονα για την απιστία.

Είπε ακόμη ότι σε μια σχέση η απιστία είναι κάτι το αρνητικό (αποφεύγοντας τον χαρακτηρισμό κακό, ως υπερβολικό). Αυτό είναι πάλι σωστό γιατί (όπως συνέχισε παρακάτω) δεν ξέρουμε τι έχει προηγηθεί της απιστίας. Μπορεί αυτός να της ζάλισε τα νεύρα με την βρωμοσυμπεριφορά του κι αυτή, αφού εξάντλησε κάθε όριο, κατέφυγε σε μια νέα σχέση για να την αναζωογονήσει. Άρα το να κάνει μια παράλληλη σχέση δεν είναι κατ’ ανάγκη κακό. Δεν είναι και καλό όμως, είναι κάτι άσχημο, αλλά αναγκαίο. Αν το κακό που έκανε αυτός είναι κακότερο, τότε δεν κάνει το λιγότερο κακό που έκανε αυτή να μοιάζει καλό; Ειδικά αν αυτό είχε να κάνει με την ψυχική της αυτοσυντήρηση; Δε λέω ότι η «απιστία» είναι ωραία, αλλά αρκετές φορές αυτό που κάποιος ονομάζει απιστία, ένας άλλος το λέει διέξοδο.

Κάποια στιγμή, ο σταθμός δέχτηκε κι ένα τηλεφώνημα, μιας ακροάτριας που ήθελε κι αυτή να πει τα δικά της. Δυστυχώς, ήταν κι αυτό για τα πανηγύρια, αφού αυτή η μυρμύρω δεν ανέφερε κανένα επιχείρημα, πόσο μάλλον να στηρίξει κάποιο. Αν διαφωνούσε, αν είχε ορισμό για την απιστία, αν έκανε πειράματα σε ποντίκια, αν μπορούσε να προλαμβάνει την απιστία και άλλα. Δεν είπε ουσιαστικά τίποτα. Τώρα το «οι άντρες απιστούν περισσότερο από τις γυναίκες, πηγαίνουν με χαζές γκόμενες, έχω απατήσει κάπως λίγο» δεν είναι τίποτα περισσότερο από μια περιμένω-ογδόντα-χρόνια-να-πεθάνω συμπεριφορά και μερικά δευτερόλεπτα χρόνος εκπομπής καλυμμένα. Το έχω απατήσει γιατί φλέρταρα κανα-δυο φορές με κάποιους που έχω λησμονήσει, αδυνατώ να το εκλάβω σαν κάτι παραπάνω από το θεωρώ ότι απίστησα με οποιοδήποτε μικρό τρόπο που να είναι οριακά αποδεκτός και να εισάγω κάπως ένα ενδιαφέρον στην περιμένω-ογδόντα-χρόνια-να-πεθάνω ζωή μου.

Πρέπει εδώ να αναφερθεί ότι αυτό που αντιπαρατίθεται ως δικαιολογία σε οποιαδήποτε πράξη έχουμε από πριν χαρακτηρίσει ως μεμπτή έχει διαφορά από αυτό που στ’ αλήθεια συμβαίνει. Άλλα μπορεί να λέει ο θύτης της απιστίας και άλλα να είναι τα αίτια, όμως στο τέλος αθωώνεται κατά κάποιο τρόπο από το θύμα, επειδή γέμισε το συναίσθημα της αποστροφής ή του μίσους που δημιουργήθηκε με την απιστία. Με πάμπολλες επικλήσεις στη λογική και στην ανθρωπιά που αποφορτίζουν την ένταση και γεμίζουν το δοχείο της απέχθειας, σαν σταγόνες που συμπληρώνουν ένα μείγμα συγκατάβασης. Και χωρίς να έχουν ουσιαστικά καμία σχέση με τα αίτια που οδήγησαν το άτομο σ’ αυτήν τη συμπεριφορά και δίχως να διαφωτίζουν στο ελάχιστο τις αφορμές που την ξεκίνησαν.

Όσο για το τρίτο πρόσωπο, αυτό είναι που κάνει τη μέθοδο των τριών δύσκολη. Απλή είναι όταν υπάρχουν δύο. Αλλιώς ή θα την έλεγαν σκέτη μέθοδο των τριών ή θα παντρεύονταν ο κόσμος τρεις – τρεις. Αυτό το άτομο λοιπόν, νομίζω ότι όταν γνωρίζει ότι υπάρχει κι άλλη σχέση και προσπαθεί να μπει ανάμεσα, ξέρει πολύ καλά τι κάνει. Γι’ αυτό και όταν αυτό το άτομο ξεστομίσει ο,τιδήποτε για να υπερασπίσει τον εαυτό του και να ελαφρύνει την κατάστασή του δε μπορώ παρά να τα ακούω σαν φτηνές δικαιολογίες. Ούτε δεν ήταν απιστία ούτε έκανε σεξ «λίγο» ούτε την ερωτεύτηκε ελαφριά. Αυτά τα πράγματα δε στέκουν. Αυτός που έκλεψε και προσπαθεί να πείσει το δικαστή ότι δεν έκλεψε και τόσο πολύ, ότι αυτά που πήρε δεν ήταν κανενός, ότι το θύμα τον συγχωρεί, ότι θα δουν τι θα πάθουν και άλλα παρόμοια προσπαθεί να αναιρέσει αυτό που έκανε. Δεν το έχω δει ποτέ να γίνεται αυτό. Συνήθως αυτά που έγιναν στο παρελθόν, παραμένουν τετελεσμένα γεγονότα. Η πράξη ή το γεγονός δεν αναιρείται. Ζεις με αυτό. Αλλιώς οποιοσδήποτε θα θέλει να πάει λίγο πίσω αν γίνεται, και να φέρει στη ζωή καμιά πενηνταριά άτομα της επιλογής του και να αλλάξει κάποιες φράσεις που είπε και επηρεάζουν τα μελλοντικά γεγονότα. Ξέρω ότι αυτό δε μπορεί να συμβεί.
Και να συνέβαινε, εγώ δε θέλω να αλλάξω απολύτως τίποτα.Η ζωή είναι συναρπαστική ακριβώς γιατί είναι απρόβλεπτη. Και κανένα τίμημα δεν είναι τόσο υψηλό για να ανταλλάξεις ευχαρίστως το άμετρα απιθανολόγητο κομμάτι χρόνου που θα είσαι ζωντανός για μια πλήρως ελεγχόμενη ροή συμπτώσεων.


Το τρίτο πρόσωπο όμως μπορεί να λέει ότι αγαπάει πιο πολύ το άτομο με το οποίο συνδέεται, από το απατημένο. Τα συναισθήματά του ίσως είναι αληθινότερα. Ίσως και όχι. Το ίδιο και ο απατών. Αλλά όταν λέει ότι η σχέση που έκανε είναι άνευ σημασίας και τον έσπρωξε η ανάγκη για να δώσει αγάπη, είναι άδικο να περάσει συγχωρημένος. Όχι γιατί η σχέση είναι ασήμαντη ούτε γιατί η αγάπη είναι ευλογία να εξαπλώνεται, αλλά γιατί λέει ψέματα προσπαθώντας με δειλία να αποφύγει κάτι το οποίο αναμφισβήτητα έπραξε. Θέλεις να δώσεις αγάπη; Παντρέψου την παράλληλη σχέση σου και μη την εγκαταλείψεις!

«Το τρίτο άτομο είναι πιθανό, μερικές φορές, να τύχει να έχει ταυτόχρονα τα ίδια συναισθήματα με το απατημένο άτομο», όπως είπε η ψυχολόγος.. Μερικές φορές όμως όχι, όπως θα εξετάσουμε παρακάτω. Αλλιώς όλες οι περιπτώσεις θα πρέπει να αντιμετωπίζονται ως ίδιες, με μια τυφλή αλληλουχία βημάτων που οδηγούν από το πρόβλημα στη λύση του, χωρίς να λάβουμε υπ’ όψη σημαντικά στοιχεία της κάθε περίπτωσης. Αλλά πιστεύω ότι το άτομο-σφήνα κρίνεται με λάθος κριτήρια, πριν οποιοσδήποτε εμπλεκόμενος το συγχωρέσει ή ταχθεί με το μέρος του. Από τη στιγμή που κάποιος ξένος εισβάλει στη ζωή ενός ζευγαριού, ο ξένος αυτός δεν έχει να κάνει με το άτομο με το οποίο σχετίσθηκε αλλά με το απατημένο. Τη στιγμή που αποφασίζει να κάνει την κίνηση αυτή, μπαίνει στα χωράφια άλλου.

Αν μιλάω με δύσκολη γλώσσα σε ορισμένα σημεία είναι επειδή είναι αδύνατο να μεταδώσω εξ ολοκλήρου τα νοήματα που θέλω χωρίς να αφαιρέσω κάτι από το περιεχόμενό τους. Για σιγά, φίλε μου. Ήρθα εγώ να σου πειράξω τον υπολογιστή; Έριξα αυγά πάνω στο αυτοκίνητό σου; Βρήκα το παιδί σου στο δρόμο και του έριξα σφαλιάρες; Έπιασα τον κώλο της γυναίκας σου; Τότε γιατί εσύ έρχεσαι και θέλεις να πάρεις τη δική μου; Θα πεις ότι είναι μεγάλη γυναίκα και μπορεί να αποφασίσει μόνη της για τον εαυτό της. Το ξέρω, όπως μεγάλος είσαι κι εσύ ο ίδιος. Τόσες ελεύθερες είναι, γιατί δεν πηγαίνεις να πεις τα ίδια σε αυτές; Αν πεις ότι δεν είναι όλες ίδιες και έχεις τόσο μεγάλο κόλλημα με αυτή τη συγκεκριμένη και είσαι τρελά ερωτευμένος, την αγαπάς στ’ αλήθεια και δε μπορείς άλλο χωρίς να την έχεις δική σου, τότε πάρτην και χάρισμά σου. Απόδειξέ το ότι αυτά που νιώθεις είναι δυνατότερα και φόρτωσέ την αμέσως στο αγροτικό. Αν όμως μετά από ένα χρόνο έρθει ένας τύπος και σου πει τα ίδια που μου λες εσύ τώρα, μην παραπονεθείς ότι ο κόσμος χάλασε και ότι έχουν τρελαθεί όλοι, αλλά να του τη δώσεις με χαρά. Να του τη δώσεις, Μπάμπη μου. Εσύ ήθελες να την πάρεις από μένα για τον ίδιο λόγο. Όπως κι αυτός από εσένα. Αν πάλι θέλεις να παίξεις, υπάρχουν τόσα ωραία παιχνίδια ‘ πάρε έναν υπολογιστή και κάτσε να καίγεσαι μέχρι το πρωί. Αν θέλει να παίξει κι αυτή, μπείτε στο πρώτο αεροπλάνο και άντε γεια χαρά. Αν δεν ήσουν εσύ, τότε αργά ή γρήγορα θα ήταν άλλος. Και χάρη μου κάνεις γιατί με απαλλάσσεις από αυτή νωρίτερα, αλλά αυτό είναι ζήτημα που αφορά τη συμπεριφορά του άντρα απέναντι στη γυναίκα και όχι το τρίτο άτομο. Άρα μου λες ότι δεν έκλεψες το ψωμί επειδή το είχες ανάγκη, αλλά για να το πετάξεις. Και θες να βγεις κι από πάνω.

Όσο τα χρόνια περνούν, δυστυχώς, αυτό που βλέπω γύρω μου είναι η εξαρτημένη προσκόλληση στις λειτουργικές δικλείδες της κοινωνίας. Σας κάηκε η λάμπα; Πάρτε τηλέφωνο τον ηλεκτρολόγο. Δεν ξέρετε πώς ξεκλειδώνει μια πόρτα; Πάρτε τηλέφωνο τον κλειδαρά. Δεν ξέρετε πώς σας λένε; Καλέστε την Αστυνομία. Ο άνθρωπος γίνεται όλο και λιγότερο ικανός να αντιμετωπίσει τις καταστάσεις από μόνος του. Δε μπορείτε να φανταστείτε πόσο λυπημένος είμαι που το λέω. Σχεδόν μου έρχονται δάκρυα στα μάτια. Και όλο και λιγότερο ικανός θα γίνεται, αφού η κοινωνία πρεσβεύει την ίδια της τη συσπείρωση με τη δημιουργία μιας αλυσίδας ανθρώπων που τη συναποτελούν. Όμως εμένα κανένας δε μου είπε ποτέ, και ποτέ δεν άκουσα να λένε, αν σπάσει ένας κρίκος της, τι θα απογίνουν οι υπόλοιποι.

Αυτός είναι ο σκοπός του ιστολογίου. Χρειάζεται μεγάλο θάρρος για να απαλλαγείς από την ιδέα του να σου προσφέρονται όλα έτοιμα. Ακόμα κι αν αυτό σημαίνει ότι θα σταματήσεις μια για πάντα να σκέφτεσαι όπως ο υπόλοιπος κοινωνικός περίγυρος. Μπορεί να κάνουν αυτοί λάθος, κι όχι εσύ. Δεν είναι δύσκολο να συμβαίνει αυτό. Μπορεί να τους το έμαθαν έτσι από την αρχή ή να χρησιμοποίησαν κάποιο μέσο προβολής για να τους το επαναλάβουν μυριάδες φορές. Αν όμως καταλάβεις ότι δεν βαδίζεις σωστά, δεν είναι καθόλου ντροπή να παραδεχτείς πως έσφαλλες. Καλύτερα να περάσεις μια στιγμή αμηχανίας και να αλλάξεις, παρά μια ζωή εγωισμού κάνοντας κάτι που ούτως ή άλλως δε θέλεις. Θα δεις ότι δεν είσαι ο μόνος που το κάνει αυτό. Είναι κι άλλοι.
Έτσι κι εγώ πρέπει να είμαι προετοιμασμένος όταν αυτός που μου τα δίνει σταματήσει να το κάνει. Όχι αναγκαία ανήκοντας σε μια ομάδα, αλλά καταλαβαίνοντας καλύτερα τον εαυτό μου και κάνοντάς τον καλύτερο μέρα με τη μέρα. Αν ξεκινήσεις να σκέφτεσαι λίγο για το λόγο που τα πράγματα συμβαίνουν, και αρχίσεις να επεξεργάζεσαι τα κίνητρα που κάνουν τους ανθρώπους να συμπεριφέρονται όπως συμπεριφέρονται, το μυαλό θα είναι έτοιμο να δουλέψει όταν χρειαστεί.

Και, κατ’ επέκταση, όταν θέλουμε να κοιτάξουμε σοβαρότερα αναλύοντας την πράξη της απιστίας, είναι αναγκαίο να απαλλαγούμε από οποιεσδήποτε επιφυλάξεις. Όποιος θεωρεί την απιστία σαν εχθρό του, πρέπει να είναι έτοιμος να πιάσει και το όπλο. Να αντιμετωπίσει αυτό που τον ενοχλεί, κι όχι να πληρώσει κάποιον άλλο να το κάνει. Η δασκάλα δεν είναι εκεί για να σου λύσει την άσκηση. Είναι για να σου μάθει πώς να το κάνεις κι εσύ.

Εγώ βλέπω την απιστία σαν μια μορφή ψευτιάς. Οι ορισμοί της απιστίας προς τον ερωτικό σύντροφο το μόνο που καταφέρνουν είναι να ονομάσουν με διαφορετικό τρόπο το ίδιο πρωτόγονο συναίσθημα. Η απιστία είναι η ανειλικρίνεια με τον εαυτό σου. Αν δεν πιστεύεις στο Θεό, με γεια σου με χαρά σου. Αλλά μην πρήζεις και τον υπόλοιπο κοσμάκη. Μην του πουλάς πνεύμα για Μεγαλοβδομάδες, νηστείες, διακοπές και χρόνια πολλά στη γιορτή τους. Αν δεν πιστεύεις στη σχέση σου τότε ή μην την κάνεις καθόλου ή ξεκαθάρισε στο σύντροφό σου ότι κάθε δεύτερο βράδυ θα βγαίνεις για τρέλες. Αν πάλι πιστεύεις και κάποια στιγμή σταματήσεις, πάει να πει ότι όταν έκανες την απόφαση να ταιριάξεις με το άτομο που πιστεύει σ’ εσένα, είχες έλλειψη ωριμότητας για μια τέτοια κίνηση. Πήρες στο λαιμό σου το άτομο αυτό, που θα αναγκάζεται να σε υπομένει από δω και στο εξής. Γι’ αυτό καλό είναι, όταν πας να κάνεις μια σημαντική ανακοίνωση που θα επηρεάσει τη μετέπειτα ζωή σας, να το σκεφτείς πολύ σοβαρά. Όχι με τους φίλους ή τις φίλες σου, παρακαλώντας να σε στηρίξουν αν τα πράγματα πάνε στραβά, αλλά με τον εαυτό σου. Εκεί ορκίζεσαι πίστη και αφοσίωση και σε κανέναν άλλο. Γιατί όταν αγαπάς στ’ αλήθεια, με όλη σου την ψυχή, στα μάτια του βλέπεις την ομορφιά της δικής σου επιλογής.

Αυτό ήταν. Ελπίζω να μη σας κούρασα πάλι. Σας οφείλω για μια ακόμα φορά τα συγχαρητήριά μου, διότι λίγα άτομα έφτασαν να το διαβάσουν ως το τέλος αλώβητοι. Ή άρχισαν να μου κατεβάζουν ηλίθια και ανυποστήρικτα επιχειρήματα ή άλλαξαν στάση ζωής ή με κατηγόρησαν ότι σκέφτομαι με κρύα λογική. Για τα δυο πρώτα δε μπορώ α κάνω κάτι, μα για το τρίτο σας διαβεβαιώνω ότι λειτουργώ συνεχώς μεταλλασσόμενος και συνεχώς εκτός των συμβατικών ορίων της λογικής. Προσέχοντας όμως κάθε φορά να μην εισέλθω στα όρια κάποιου άλλου χωρίς ο ίδιος να μου το επιτρέψει. Αν ήμουν κυνικός ή σε μερικά σημεία φλεγματικός, δε ζητάω συγνώμη αλλά λίγη υπομονή ώσπου να με συνηθίσετε. Αν θέλετε να προσθέσετε κάτι, σας παρακαλώ να είναι δική σας γνώμη, κι όχι απλά να μου δείξετε κάτι που διαβάσατε σ’ ένα βιβλίο ψυχολογίας απλά ή το είδατε σε ένα σεμινάριο για συμπλέγματα.


Καλό Πάσχα και καλή Ανάσταση να έχετε, και ο λαγός να σας φέρει σιδερένια παρδαλά αυγά.

                Καλώς ήλθατε και πάλι. Πλησιάζει το Πάσχα και ο Τολμών Λαγός δε θα μπορούσε να μείνει έξω από τα δρώμενα, φέρνοντας αυτή τη φορά και πολλά καλάθια με αυγά για τα αυτοκίνητα των ενοχλητικών. Περιμένατε αρκετό καιρό για μια ανάρτηση και το ξέρω. Εδώ οφείλω να σας υπενθυμίσω ότι ποτέ δεν υποσχέθηκα σε κανέναν αναρτήσεις μια φορά κάθε συγκεκριμένο χρονικό διάστημα και ότι οποιεσδήποτε θέσεις και γνώμες από μέρους μου, τις σκέφτομαι πολύ καλά πριν τις εκφράσω.

Μια μικρή μερίδα ανθρώπων, που, παραδόξως δεν είναι αναγνώστες του ιστολογίου, είναι σχεδόν πεπεισμένοι ότι κάτι δεν πάει καλά στις μέρες μας. Όταν βλέπουν τις αντανακλαστικές αντιδράσεις των ατόμων στην αντιμετώπιση της ζωής, όταν γίνονται μάρτυρες των θεσμών και των λειτουργιών μιας κοινωνίας, όταν βλέπουν τι προβλήματα έχουμε οι ίδιοι δημιουργήσει σαν είδος και τι έχουμε σκεφτεί ή κάνει για να τα λύσουμε, καθώς και σε άλλες αμέτρητες παρόμοιες περιπτώσεις, όλο και περισσότερο σιγουρεύονται για ένα πράγμα. Ο κόσμος πάει κατά διαόλου.
Εγώ, από την άλλη μεριά, χρειάζομαι συνεχώς τροφή για σκέψη. Δε μπορώ να φανταστώ καν τον εαυτό μου να μην έχει τίποτα να σχολιάζει. Και δεν εννοώ τον σχολιασμό με την έννοια της ξεροκατινιάς, αλλά με την συνεχή εναλλαγή διερευνητικών επιχειρημάτων πάνω σε οποιοδήποτε ζήτημα με σκοπό την αδιάκοπη βελτίωση του τρόπου ζωής μου και την καλύτερη δυνατή προετοιμασία για καλά ή άσχημα ενδεχόμενα που παρουσιάζονται σ’ εμένα ή τους ανθρώπους που αγαπάω. Στη μια με την αυθυποβολή και στην άλλη με συμβουλές. Μια αέναη προσπάθεια για να κατανοήσω τα πράγματα.

                Σήμερα θα ασχοληθούμε με το ζήτημα της απιστίας. Μια φίλη μου, που έχει σπουδάσει ψυχολογία, τυγχάνει σύμβουλος ζευγαριών, και είναι η πλέον κατάλληλη να απαντήσει σε αυτό το θέμα. Το σπούδασε αυτό. Είναι, εκτός από εύστροφη και καταρτισμένη στο να στηρίζει ανθρώπους ανάμεσα στους οποίους η εμπιστοσύνη έχει κλονιστεί, και αυθεντικά ενδιαφερόμενη από την επιλογή της, αφού επιθυμούσε να το κάνει αυτό και αρκετά πριν τη συμπλήρωση του μηχανογραφικού της.
                Εγώ έχω μια πολύ ελαφρώς διαφορετική προσέγγιση πάνω στο ζήτημα της εμπιστοσύνης και γι’ αυτό ίσως η γνώμη μου εκληφθεί από πολλούς ως προσβλητική απέναντί της. Ίσως αυτό να συμβαίνει γιατί δεν έχω διαβάσει και τόσα πολλά πράγματα πάνω στην Ψυχολογία και να είμαι ανίκανος να κρίνω σύμφωνα με το δικό της σκεπτικό. Όμως σχεδόν ποτέ δεν απέφυγα να πω τη γνώμη μου σε κάποιο άτομο μόνο και μόνο επειδή υπήρχε περίπτωση να παρεξηγηθεί. Το έκανα αποκλειστικά και μόνο όταν η ποσότητα των πληροφοριών που θα του μετέδιδα θα ήταν υπερβολική για να την χειριστεί. Αλλά δεν είναι εκεί το ζήτημά μας.

                Για την απιστία, δεν χωράει ζήτημα σωστού ή λάθους. Αν η απιστία αυτή καθαυτή είναι σωστή ή λάθος δηλαδή. Η κάθε περίπτωση είναι διαφορετική και σκοπός της κατάρτισης και της εμπειρίας της σε αυτό το ζήτημα είναι να κάνει το επόμενο βήμα μετά την απιστία να είναι από κάθε άποψη ερευνημένο, όσο το δυνατόν ανώδυνο και καλά αποφασισμένο. Είτε λέγεται χωρισμός είτε συμβιβασμός είτε ο,τιδήποτε άλλο. Αλλά τα όπλα που διαθέτει είναι πολύ περιορισμένα απέναντι σ’ έναν άδικο και μπάσταρδο κόσμο.

                Υπάρχουν μερικά πράγματα που απαγορεύεται να πει και μερικές τεχνικές που απαγορεύεται να χρησιμοποιήσει. Ο άλλος για να βάλει μυαλό και να μην τριγυρνάει κάθε νύχτα με άλλη γυναίκα, παίρνει από απειλές και μόνο. Δε μπορεί να το κάνει αυτό. Δε μπορεί να απειλεί κόσμο για να σώσει τις σχέσεις τους. Κάποια την έχει δει ντίβα και έχει τέσσερις σχέσεις ταυτόχρονα μαζί με την οικογένεια και τα τρία της παιδιά, χωρίς να ξέρει κανείς τίποτα εκτός από την ίδια. Αυτή ίσως καταλαβαίνει μόνο ξύλο, για λόγους που δε θα παραθέσω εδώ. Κι όμως, όταν κάποιος πάρει χαμπάρι τη δουλειά που γίνεται πίσω απ’ την πλάτη του και πάνε και οι δυο στη σύμβουλο, ακόμα κι αν αυτό μετατρέψει τα πράγματα σε «κανονικά» κι «αγαπημένα», τα χέρια της τελευταίας είναι δεμένα ‘ ούτε μια σφαλιάρα δε θα της ρίξει.

                Εδώ πρέπει να ρωτήσω ποια είναι η σύμβουλος που θα πει στους ανθρώπους τι είναι κανονικό και τι αγαπημένο. Αν πει ότι είναι Ψυχολόγος ΑΠΘ – Σύμβουλος ζευγαριών, Εκπαιδεύτρια – Συντονίστρια Σχολών Γονέων (εξελικτικό σύστημα Μαρίας Χουρδάκη), Επιστημονική Συνεργάτιδα Γ’ Ψυχιατρικής Κλινικής Νοσοκομείου ΑΧΕΠΑ Θεσσαλονίκης, και της απαντήσουν με κανονικό τόνο ότι δεν τους απασχολεί (διότι δεν τους απασχολεί), αυτό δεν είναι αιτία παρεξήγησης. Αν όμως έζησε μαζί τους ή βίωσε το περιβάλλον μέσα στο οποίο μεγάλωσαν από πρώτο χέρι ή πέρασε όλη της τη ζωή μέχρι τώρα μαζί τους και είναι ικανή έστω και λίγο να κατανοήσει τις επιλογές που κάνουν στη δική τους, τότε θα μπορούν με άνεση να της επιτρέψουν να τους υποδεικνύει τι είναι σωστό, τι λάθος, τι κανονικό και τι αγαπημένο. Άσχετα με το αν σπούδασε κάτι ή όχι. Σε μερικές περιπτώσεις άνθρωποι καταφεύγουν στη συμβουλή φίλων, κατά προτίμηση κάποιων που ήταν μαζί για περισσότερο διάστημα από ότι η σχέση τους, παρά να καταφύγουν σε καταρτισμένο πτυχιούχο άνθρωπο.

                Παρ’ όλ’ αυτά, αξίζει εδώ να σημειωθεί ότι αυτό που κάνει είναι πολύ όμορφο και αξίζουν όλα τα συγχαρητήρια. Η επιστροφή μιας ψυχής από τη σκοτεινιά στο φως, από την απόγνωση στην ελπίδα και από το μίσος στην κατανόηση είναι από τα λίγα πράγματα που αξίζει να ζει κανείς. Το άτομο που είναι οδηγός στη μετάβαση αυτή πρέπει να αισθάνεται περήφανο. Και κανένας δε χάνει.

Πρόσφατα είχε κληθεί σε μια ραδιοφωνική εκπομπή στη Saloνίκη, που στέφθηκε πλήρους αποτυχίας, αφού οι ιθύνοντες μόνο για την απιστία δεν ενδιαφέρονταν να πουν. Η φίλη μου λοιπόν, προσπάθησε να μεταδώσει τις απόψεις της για να τις ακούσει ο κόσμος όλος. Θα προσπαθήσω, όσο γίνεται πιο παραστατικά, να περιγράψω αυτά που ειπώθηκαν στην εκπομπή αυτή.



Υπήρξαν κι άλλα δύο άτομα που μίλησαν κι αυτά στην εκπομπή, παρέθεσαν τη γνώμη τους με λειψό τρόπο, κάνοντας την επιχειρηματολογία για τα σκουπίδια. Ένα απόσπασμα αυτών που υποστήριξαν είναι παρακάτω. Τη συγκεκριμένη μορφή και το ύφος, τα έχω ξανασυναντήσει πολλές φορές. Ορισμένες μάλιστα, η επικράτηση του είδους της γνώμης αυτής με συμφέρει, επειδή η αμέσως επόμενη επιλογή είναι χειρότερη και όχι επειδή τη συμμερίζομαι. Έχω καταλήξει στο ότι μπορεί να συμβαίνουν δύο πράγματα. Πρώτον, ότι το άτομο που την εκφράζει είναι αδαές περί των επιπτώσεων του να υποστηρίζεις κάτι τέτοιο. Αν τολμάς να λες κάτι χαζό, χωρίς να αναφέρεις ότι μπορεί και να είναι στ’ αλήθεια χαζό ή ότι δεν ξέρεις ή ότι είναι προσωπική σου γνώμη και ίσως και να μην ισχύει, συμμετέχεις στην καταστροφή των συνειδήσεων των άλλων που είναι ανίκανοι να κρίνουν. Μερικοί άνθρωποι όταν ακούνε το ραδιόφωνο, βλέπουν τηλεόραση, διαβάζουν εφημερίδες, παρακολουθούν το internet και άλλα συναφή, πιστεύουν ότι όσα πληροφορούνται είναι αλήθεια. Αν τα γεγονότα απέχουν πολύ από αυτό, αυτός που τα διαδίδει συμβάλλει στην διαιώνιση της αδαότητας. Και δεύτερον, το άτομο που ξεστομίζει επίτηδες μισόλογα, το πράττει γνωρίζοντας την παραπληροφόρηση που τεκμαίρει είτε επειδή του υπέδειξαν να χρησιμοποιήσει κάποιο μέσο ενημέρωσης για να προωθήσει μια συγκεκριμένη άποψη είτε επειδή επιθυμεί να προβάλλει τον εαυτό του ότι γνωρίζει κάτι που δε γνωρίζει κάποιος άλλος. Ειλικρινά, δεν ξέρω τι να πρωτοδιαλέξω. Ορίστε πάντως αυτολεξεί ένα από τα πιο στιβαρά λογύδρια που ανέφερε. Δε μπορώ να βρω διαφορά ανάμεσα σ’ αυτήν και την αστρολόγο μου. Βρείτε εσείς αν μπορείτε.

                «Έχουν γίνει κάποια πειράματα και έχει βρεθεί ότι υπεύθυνη για την απιστία είναι η ουσία που λέγεται βαζοπρεσίνη. Είναι μια ορμόνη. Και έχουν γίνει κάποια πειράματα σε ποντίκια και έχει βρεθεί ότι οι αρουραίοι του αγρού είναι μονογαμικοί και οι αρουραίοι του βουνού ενδιαφέρονται μόνο για το σεξ της μιας νύχτας. Έτσι λοιπόν έγιναν ενέσεις στους βουνίσιους τους αρουραίους, ενσωματώθηκε το γονίδιο που παράγει βαζοπρεσίνη, κι αυτοί από αρουραίοι Δον Ζουάν έγιναν εντελώς αφοσιωμένοι, που δεν ενδιαφέρονταν για καμιά άλλη ποντικίνα όποιος κι αν ήταν ο πειρασμός».

                «Η εφηβική σας φαντασία, φίλοι Ζυγοί, είναι να βρείτε τον Πρίγκηπα ή την Πριγκήπισσα των ονείρων σας. Όσο οι ζωές σας προχωρούν, οι εμπειρίες, άσχημα ξεκινήματα, δράματα και ραγισμένες καρδιές που βιώνετε στην αναζήτηση αυτού του Ιερού Δισκοπότηρου, συχνά σχηματίζουν κι επηρεάζουν το μέλλον σας στον υπερθετικό βαθμό. Η αγάπη και η απιστία κάνουν μεγάλη διαφορά σ’ εσάς αν και η συχνή χαμογελαστή κι εύθυμη εμφάνισή σας απέναντι σε όλες τις δυσκολίες, δεν αποκαλύπτει αυτό το γεγονός».

Αφού το διαβάσατε, τώρα μπορώ να πω ότι αυτή αυτοαποκαλείται βιοχημικός. Είναι ασύλληπτο πως μια γυναίκα που θέλει να λέγεται έτσι τολμάει και υποστηρίζει τέτοια πράγματα δημόσια. Αλλά θα μου πεις, οποιοσδήποτε αυτές τις μέρες καταναλώνει τα τουλάχιστον πια δεκαπέντε λεπτά δημοσιότητάς του λέγοντας ανοησίες χρησιμοποιώντας τα ΜΕΕ (Μέσα Επιλεκτικής Ενημέρωσης). Εκτός κι αν τα έλεγε για πλάκα αυτή. Τότε μάλιστα. Αν ήθελε όμως να μιλήσει σοβαρά έπρεπε να πει:







«Μια μέρα κάμποσοι επιστήμονες ήθελαν να γελάσουν. Έκαναν ενέσεις σε κάτι ποντίκια μια ουσία που ενεργοποιεί στον οργανισμό την ορμόνη βαζοπρεσίνη. Ύστερα έβαλαν αρσενικά και θηλυκά ποντίκια μέσα σ’ ένα κλουβί, και παρατήρησαν ότι κάθε αρσενικό συνουσιάζονταν μ’ ένα συγκεκριμένο θηλυκό. Ενώ χωρίς ένεση από την ουσία αυτή οι ποντικοί συνουσιάζονταν ανεξέλεγκτα. Σκέφτηκαν ύστερα να κάνουν ενέσεις ουσιών που απενεργοποιούν τη βαζοπρεσίνη στον οργανισμό σε ζώα που είναι από τη φύση τους μονογαμικά όπως αρκετά είδη περιστεριών, αλλά βαρέθηκαν να πάνε να βρουν περιστέρια μες στο καταμεσήμερο, κι έτσι δε μπόρεσαν να βγάλουν ασφαλές συμπέρασμα. Τελικά τους ήρθε η ιδέα να το κάνουν ενέσεις σε ανθρώπους, οι οποίοι ας πούμε ότι έχουν μια κάποια ικανότητα να αναγνωρίζουν τον εαυτό τους στον καθρέφτη κι έχουν δημιουργήσει κοινωνίες μέσα στις οποίες έχουν τοποθετηθεί ταμπέλες όπως συγγενής, αδελφή, αράπης, μητέρα, αλλόθρησκος, δεκατετράχρονη και φτωχός. Αλλά κανένας από τους ίδιους δεν ήθελε να συμμετέχει σε ένα τέτοιου είδους πείραμα ούτε ήταν σωστό αφού δεν είχε ποντίκια μέσα ως πειραματόζωα αλλά ανθρώπους. Προσπάθησαν να ρωτήσουν τα ποντίκια αν είχαν φτιάξει κι αυτά παρόμοιες κοινωνίες και πώς νιώθουν όταν απατάνε το σύντροφό τους, όμως αυτά αρνήθηκαν κατηγορηματικά να απαντήσουν.»

Παρ’ όλο που το συμπέρασμα της «βιοχημικού» το βλέπω ηλίθιο, το πείραμα με τα ποντίκια το βρίσκω εξαιρετικά ενδιαφέρον. Όταν τα παντρεμένα και μη ζευγάρια συμφωνήσουν να πίνουν τον καφέ τους με μια κουταλιά βαζοπρεσίνη, τότε όλοι οι ψυχολόγοι – σύμβουλοι ζευγαριών θα μείνουν άνεργοι.

(...συνεχίζεται)

ΠΟΙΟΣ; ~ΜΕΡΟΣ 6~

ΤΟ ΠΕΙΡΑΜΑ
Και ερχόμαστε στο πολυαναμενόμενο πείραμα! Ακολουθήστε τα βήματα προσεκτικά, μετά από εμένα και διασκεδάστε μαζί μου, γιατί κάθε φορά πιάνει. Και κάτι που πιάνει κάθε φορά, μπορούμε να παραδεχτούμε ότι ισχύει σχεδόν αδιαμφισβήτητα. Και λέμε σχεδόν, γιατί οφείλουμε να αναγνωρίσουμε την πιθανότητα κάποια μεμονωμένα περιστατικά να μοιάζουν εκπληκτικά με τον κανόνα, αλλά να είναι στην πραγματικότητα εντελώς διαφορετικά.

Έβαλα στο ραδιόφωνο ένα γνωστό σταθμό με «λαϊκά» τραγούδια. Χωρίς να επιλέγω με βάση οποιοδήποτε χαρακτηριστικό γνώρισμα ή να μεριμνώ υπέρ κάποιου καλλιτέχνη, μια τυχαία χρονική στιγμή, επέλεξα ένα τυχαίο στίχο από ένα τυχαίο τραγούδι, και τον έγραψα σ’ ένα χαρτί.
Ύστερα περίμενα ένα τυχαίο πάλι χρονικό διάστημα, και έγραψα πάλι ένα τυχαίο στίχο από ένα τυχαίο τραγούδι. Επανέλαβα τη διαδικασία αρκετές φορές, μέχρι που κατάλαβα ότι ήταν ώρα να δω το αποτέλεσμα. Που μάλλον ήδη θα έχετε μαντέψει.

Δυστυχώς έμοιαζαν όλοι να προέρχονται από το ίδιο τραγούδι. Μερικοί έκαναν και ομοιοκαταληξία, αλλά δεν είναι εκεί το ζητούμενο. Αυτό που θέλω να καταδείξω είναι η περίτρανη πια αδαμάντινη αλήθεια που περιζώνει όλα τα παραπάνω επιχειρήματα. Ότι τα «λαϊκά» τραγούδια, με τον τρόπο που τα θεωρούμε έτσι σήμερα, από όταν δημιουργήθηκαν μέχρι τώρα, μιλάνε συνεχώς για τα ίδια ακριβώς πράγματα χωρίς να λένε ουσιαστικά τίποτα, και παρ’ όλα αυτά να συνεχίζεται η ύπαρξή τους με συνεχώς αυξανόμενο ρυθμό.

Αυτό συμβαίνει όχι μόνο με ολόκληρο το στίχο αλλά και με τις χαρακτηριστικές λέξεις που, όπως περιέγραψα παραπάνω είναι οι σημαντικές και δίνουν όλο το πνεύμα του στίχου και κατ’ επέκταση του τραγουδιού. Όταν έχουμε μπροστά μας πολλούς τυχαίους στίχους επιλεγμένος με την παραπάνω διαδικασία και πάρουμε από αυτούς τις σημαντικές λέξεις, θα δούμε ότι είναι ακριβώς οι ίδιες, ανεξαρτήτως από στίχο, τραγούδι, καλλιτέχνη, χρονολογία και ύφος. Έτσι, το Πείραμα μας δείχνει ότι αυτό διακατέχει ολόκληρο το ιδίωμα των «λαϊκών» τραγουδιών.
            Μη φανταστείτε το Πείραμα ιδιαίτερα χρονοβόρο και ογκώδες. Δεν είναι για πολλή ώρα. Ύστερα από ένα σημείο, ο επόμενος τυχαίος στίχος θα λέει κάτι που έχει πει ήδη ένας προηγούμενος.

Στον ορισμό του «λαϊκού» τραγουδιού που παραθέσαμε παραπάνω, οι στίχοι χρησιμεύουν σαν γέφυρα, όταν ξέρεις τι πράγμα ζητάς αλλά είναι αδύνατο να εκφραστείς με τα λόγια. Κι αυτό συμβαίνει γιατί οι διαρκώς επαναλαμβανόμενες ελάχιστες λέξεις έχουν ατροφήσει στον εκ γενετής αειμανθάνον νου την ικανότητα της λεξιπλασίας. Και ο μόνος τρόπος που απομένει να μιλήσει κανείς ωραία είναι με τους έτοιμους γραμμένους στίχους ενός τραγουδιού που είναι ευνόητο, προσβάσιμο, γενικά αποδεκτό, μοδάτο και αστείρευτο. Μόνο με το επίπεδο και τα μετρημένα νοήματα που προσφέρει. Και επειδή αυτά που προσφέρει είναι ωραία, ίσως σκεφτείς ότι δε χρειάζεσαι τίποτα άλλο. Αν έξω βρέχει, και πεις «βρέχει, βρέχει, πόσο βρέχει» και κάποιο άτομο ανεξαρτήτως φύλου γελάσει με το αστείο, καταλαβαίνεις τι εννοώ. Μπορείς κι εσύ να γελάσεις με την ανοησία της στιγμής, χρησιμοποιώντας την ευκαιρία που σου δόθηκε για να γεφυρώσεις την αδιαφορία με τη συζήτηση, να κουνήσεις το κεφάλι με λύπη ή και τα δυο.

Εγώ προσωπικά θεωρώ το γεγονός αυτό τουλάχιστον πολύ επικίνδυνο. Γιατί εκτός από μια έκφανση ενός πολιτισμού στην οποία αυτό το γεγονός είναι παρατηρήσιμο, μπορεί κανείς να δει και ανάμειξη των διάφορων πολιτισμών μεταξύ τους σε τέτοιο βαθμό, που να χάνεται η ταυτότητα του καθενός. Όταν τα όρια των χαρακτηριστικών γνωρισμάτων σβηστούν, ότι είναι δικό σου είναι και δικό μου και το αντίστροφο. Αλλά μια μέρα θα έρθεις και θα μου πεις ότι αυτό που εγώ είχα όχι μόνο είναι δικό σου, αλλά ήταν και από πάντα.



ΑΝΤΙ ΓΙΑ ΕΠΙΛΟΓΟ

Ύστερα από όλο αυτό το ογκώδες κείμενο, μόνο σε ένα ερώτημα που δεν κατάφερα να βρω ούτε καν την παραμικρή πλησιέστερη εξήγηση στην απάντηση. Μερικοί τη θεωρούν αυτονόητη, αλλά δε μου λένε γιατί μου κρατάνε μούτρα, επειδή νομίζουν ότι λέω άσχημα πράγματα για τη μουσική που αγαπάνε.
Μα, δεν υποστηρίζω το παραμικρό. Ουσιαστικά δεν είπα τίποτα δικό μου, εκτός από στιγμές που έλεγα: «έχω τη γνώμη ότι…» ή «προσωπικά νομίζω» και τα λοιπά. Αλλά αυτές τις γνώμες τις εξέφρασα για να εξωθήσω τον καθένα που έχει διαφορετικές να μου τις πει (επιτέλους) και να με βγάλει από έναν ανεμοστρόβιλο πλάνης που ίσως να βρίσκομαι. Δυστυχώς όμως, το μόνο που αντιμετωπίζω είναι σιωπή και απέχθεια.

Δεν κάνει έτσι ο κόσμος. Αν ένα παιδί ρίξει κάτω ένα βάζο και το σπάσει, καλό είναι να του δώσεις ένα μικρό και παιδαγωγικό χτύπημα, και να του πεις αυστηρά ότι αυτό που μόλις έκανε είναι κακό. Αν δεν του πεις τι κακό έκανε, φυσικό δεν είναι να νευριάσει μαζί σου και να ρίξει κάτω το σύνθετο με τα σερβίτσια; Δίκιο δε θα ‘χει;
Εσύ που το παίζεις ότι ανησυχείς για το μέλλον των παιδιών μας, αν δεις έναν μεγάλο κάνει κάτι αντίστοιχο που δεν πρέπει, δε θα του το πεις; Ίσως και δημόσια για να τον ντροπιάσεις, δίνοντας το ταιριαστό παιδαγωγικό στοιχείο σ’ αυτό που θα του πεις;

            Έμεινα με την ερώτηση στα χέρια. Βέβαια, ίσως και να ήταν μπροστά στα μάτια μου όλη αυτή την ώρα. Άκουσα στο Πείραμα περίπου τα εξής:

            έφυγες και μ’ άφησες χωρίς ουτ’ ένα αντίο
            για σένα παραστράτησα, τη ζωή μου παράτησα
            μακριά σου τώρα ζω την καινούρια μου ζωή
κάρφωσέ με στην καρδιά, συνήθισα στην απονιά
έφαγες άκυρο από μένα, σου άξιζε αυτή η συμπεριφορά
           
Τα υπόλοιπα μπορείτε να καταλάβετε εύκολα ότι κυμαίνονται στο ίδιο μοτίβο. Αλλά δε λέει πουθενά ποιος! Γι’ αυτό και ονόμασα έτσι το κείμενο.

Ποιος έφυγε και σ’ άφησε χωρίς αντίο; Ποιος σε κάρφωσε στην καρδιά; Από ποιόν ζεις μακριά την καινούρια σου ζωή; Οι ερωτήσεις δεν φαίνεται να έχουν τέλος. Τι τρομερή πλύση εγκεφάλου υπέμεινα όταν μου πέρασε αυτή η σκέψη. Το «ποιος;» ήταν παντού! Έτσι κι εγώ ρώτησα τον Γιατρό. Ευτυχώς με καθησύχασε με τη γνωστή, φλεγματική και αποστομωτική του απάντηση.
ΕΓΩ          : «Γιατρέ; Γιατρέ;»
ΓΙΑΤΡΟΣ : «Λέγε, παιδί μου».
ΕΓΩ          : «Δε μου λες γιατί με βασανίζει, εσύ μήπως ξέρεις ΠΟΙΟΣ;»
ΓΙΑΤΡΟΣ : «Εξηνταεφτά – μηδέν»!

            Σας ευχαριστώ που διαβάσατε αυτό το ομολογουμένως ογκόδες πράγμα. Από τα βάθη της καρδιάς μου εύχομαι σε όλους και όλες εσάς καλές γιορτές, ευτυχισμένο να είναι το 2011 αλλά και όλα τα χρόνια που θα ακολουθήσουν και θα προλάβουμε.
Πώς; Το «ογκόδες» είναι λάθος γραμμένο; Το ξέρω. Τι; Δεν πειράζει; Εσένα, γιε μου, σου ταιριάζει ένας λαγός στο κεφάλι!
Λαγός μεγάλος, σαν αυτόν!

ΠΟΙΟΣ; ~ΜΕΡΟΣ 5~

Για τι είναι χρήσιμα τα «λαϊκά» τραγούδια τέλος πάντων: Όταν ξεκίνησα να διαχωρίζω τα επιχειρήματα στο μυαλό μου, είχα ξαπλώσει στο ερευνητικό τραπέζι τα «λαϊκά» τραγούδια. Αλλά τι είναι αυτά όμως; Τα «λαϊκά» τραγούδια δεν είναι μόνο όσα έχουν μπουζούκι μέσα. Τα ρεμπέτικα χρησιμοποίησαν το μπουζούκι πολύ πιο πριν. Επίσης άλλα είδη μουσικής έχουν μπουζούκι μέσα, και κάθε άλλο παρά λαϊκά χαρακτηρίζονται.
Δε θα αναφέρω κανένα όνομα πουθενά, για να μη θεωρηθεί ότι μεριμνώ υπέρ ορισμένων καλλιτεχνών και για να δείξω ότι σημασία δεν έχει ο τίτλος αλλά η έννοια.

Κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, ο κόσμος ήταν βυθισμένος σε μια κατάσταση τρομοκρατούμενη, όλοι ήθελαν να έχουν ειρήνη και πάλι και να μην κυβερνούνται από τον φόβο και το θάνατο. Λογικό είναι να συσσωρεύονται άσχημα συναισθήματα και να καταπιέζονται μέσα στην ανθρώπινα ψυχή για πολλά χρόνια. Αυτό δεν ξεπερνιέται μέχρι να πεθάνεις. Αλλά εκείνη τη στιγμή που τα ζεις αυτά, θέλεις να τα βγάλεις προς τα έξω. Καίνε μέσα σου. Θέλεις να αναπνεύσεις ελεύθερος ξανά.
Δημιουργήθηκαν κατ’ αρχήν ορισμένα απαγορευμένα «πράγματα» είτε αυτό λέγεται το να γράφεις τραγούδια είτε το να σκέφτεσαι την επανάσταση είτε το να ελπίζεις να γεράσεις ευτυχισμένος.
Μετά το τέλος του Πολέμου, η ξαφνική ελευθερία έδωσε τόπο στην απότομη δημιουργία. Όλοι αυτοί που περίμεναν, τώρα ήρθε η ώρα να κάνουν αυτό που τόσο λαχταρούσαν. Γενικά οι τέχνες είδαν μια άμετρη άνθιση η οποία τροφοδοτούνταν συνεχώς από ευγενή άμιλλα. Ο καθένας ήθελε να ξεπεράσει τον άλλον και συνέχιζε να κάνει αυτό στο οποίο ήταν καλύτερος όχι για να τον καταστρέψει αλλά για να χαρεί που του δόθηκε έστω η ευκαιρία να ακμάσει. Από την ανάγκη να δημιουργήσει και όχι να εκμηδενίσει τον αντίπαλο. Γιατί ο «αντίπαλος» (μπορεί να ερμηνευθεί και ετυμολογικά) δεν ήταν εχθρός του αλλά φίλος του.
Οι καλλιτέχνες οποιασδήποτε ενασχόλησης τότε ήταν νέοι και έκαναν ότι έχουν την τάση οι νέοι να κάνουν. Δηλαδή οτιδήποτε. Τώρα τους αναπολούμε λέγοντας: «κοίτα τι κάνανε αυτοί τότε. Παλιά χρόνια, ευτυχισμένα, ανέμελα. Τότε ήταν ωραία. Τώρα αυτοί είναι θρύλοι. Μακάρι να τους μοιάζαμε.» Αλλά όποιος φοράει τη κορώνα δεν είναι οπωσδήποτε ο βασιλιάς.
Ήρθε η χούντα και ξαναβύθισε την Ελλάδα σε μια εποχή συνεχούς μίσους, σε μια κατάσταση πολέμου με τους εαυτούς μας. Διήρκεσε λίγο, αλλά όσοι έζησαν τη χούντα δεν πιστεύω να ζούσαν με τη σκέψη ότι σε λίγα χρόνια θα τελείωναν όλα. Και αν το σκέφτηκαν, δεν ήξεραν πόσα θα ήταν αυτά τα λίγα χρόνια.
Το μεγαλύτερο μέρος της υπόλοιπης υφηλίου δεν απασχολούνταν με το τί γινόταν εδώ. Συνέχιζε την άνθιση και την πορεία του προς τις νέες ανακαλύψεις. Οπότε όταν έπεσε η χούντα, η Ελλάδα έκανε ταχύρρυθμα μαθήματα ανάπτυξης, για να μπει επιτέλους στο ατελείωτο πάρτι από τη μέση της δεκαετίας του ’70 μέχρι την 31 Δεκεμβρίου 1989.
Έγινε χαμός. Ποπ, ροκ, έντεχνο, ρεμπέτικο, λαϊκό, νεορεαλισμός, μέταλ, σουρεαλισμός, γοτθισμός, νεορομαντισμός, και άλλοι πολλοί όροι που δεν είναι επί του παρόντος θέματος, έκαναν την εμφάνιση ή την επανεμφάνισή τους. Το φαινόμενο δεν εξηγείται έτσι απλά. Εδώ μόνο μπορούμε να πούμε ότι δε μπορεί να αρνηθεί κανείς ότι ήταν οι χρυσές μέρες που γνώρισε ο κόσμος.
Κάποια στιγμή, οι μέρες αυτές δυστυχώς τελείωσαν. Πολύ κρίμα, γιατί μου άρεσαν. Στις αρχές του ’90 υπήρχαν απομεινάρια που κρατιούνταν ακόμα ζωντανά, μα όλα έδειχναν ότι έπαιρναν τον κατήφορο ξανά, και όχι από πόλεμο αυτή τη φορά.
Μιλώντας πάντα για την ελληνική μουσική σκηνή, άρχισε να τελειώνει το ενδιαφέρον του κόσμου για τα ροκ και τα ποπ και ότι άλλο έκανε το παρελθόν να είναι αυτό που είναι. Επίσης υπήρχαν κάποιοι συγκεκριμένοι ρεμπέτες που τις προηγούμενες δεκαετίες είχαν δημιουργήσει ένα σταθερό κοινό και καταξιώθηκαν. Η πτώση από την άνθιση στην επανάληψη ήταν απότομη και σκληρή. Όσοι νέοι καλλιτέχνες επέλεγαν συγκεκριμένη μουσική για ν’ ασχοληθούν, είναι επειδή είχαν βιώματα.

Πολλοί μπορεί να σκεφτούν ότι το παρελθόν των «λαϊκών» τραγουδιών είναι ένδοξο, οφείλει σεβασμό και αισθάνονται περήφανοι που πάτησαν πάνω σε ένα τόσο στέρεο δημιούργημα για να εκφραστούν. Από την πλευρά μου αποτίω μέγιστο σεβασμό στις προσωπικότητες του παρελθόντος που αφιέρωσαν ολόκληρη τη ζωή τους στο να είναι αληθινοί, πρωτίστως στον εαυτό τους, και να εκφράζονται διευρύνοντας τα όρια της τέχνης ωθούμενοι από την ανάγκη να βγάλουν αυτό που είχαν μέσα τους. Αλλά εγώ λυπάμαι τους παροντικούς γιατί πήραν μια αξιοθαύμαστη μουσική κληρονομιά και ξέπεσαν γοργά σ’ αυτό που είναι σήμερα, μην αφήνοντας χώρο ούτε για εξέλιξη ούτε για άνοδο.

Είναι σαν ένα ποτό του οποίου τα συστατικά δεν ταιριάζουν μεταξύ τους. Όταν ξεκινάς να το ανακατεύεις είναι ωραίο γιατί γεύεσαι κάθε στρώμα ξεχωριστά, και η εναλλαγή των γεύσεων το κάνει ακόμα πιο μεθυστικό, που θες να ξαναπαραγγείλεις το ίδιο. Όταν πια το ανακατέψεις εντελώς θα είναι πάλι ωραίο, αλλά τότε δυστυχώς δε θα υπάρχει η εναλλαγή των γεύσεων και το χειρότερο ‘ δε θα υπάρχει τίποτα για να ανακατέψει κανείς. Και μετά από αρκετά τέτοια ποτά, θα μεθύσεις εντελώς και θα είναι η ώρα να σταματήσεις και να πας σπίτι, αν δε θες να είσαι αλκοολικός και να πίνεις δίχως λόγο.
Ξαναδιαβάστε τις διάφορες εποχές που περιέγραψα παραπάνω και διαλέξτε ποια είναι αυτή με το ποτό λίγο ανακατεμένο, ποια αυτή με το μεθύσι και ποια αυτή με τον αλκοολισμό.


Γιατί βάζω τα «λαϊκά» τραγούδια σε εισαγωγικά: Όταν λέω σε ένα φίλο μου να πάμε σε μαγαζί με λαϊκή μουσική, ούτε εγώ αλλά ούτε κι αυτός εννοούμε αυτή που παράγεται σήμερα και ονομάζεται έτσι. Στα μπουζούκια της μεγαλούπολης, υπάρχει το Μεγάλο Όνομα, ένας αναγνωρισμένος καλλιτέχνης από την ένδοξη εποχή των λαϊκών τραγουδιών, και οι υπόλοιπο που είναι αποκάτω. Αυτοί προσπαθούν να εισέλθουν σιγά – σιγά στο πάνθεον των παλιών λαϊκών τραγουδιστών (γιατί κατά συντριπτική πλειοψηφία πρόκειται αποκλειστικά περί τραγουδιστών), προσπαθώντας να επαναλάβουν αυτό που κάνουν με σκοπό ο λαός στον οποίο απευθύνονται να τους τοποθετήσει στο παραπάνω ξεχωριστό μέρος της συνείδησής του επειδή θα τους έχει συνηθίσει.

Μετά από αρκετά χρόνια και συνεχείς εμφανίσεις, αυτοί θα είναι πια το μεγάλο όνομα, αφού οι πρώτοι θα έχουν αποσυρθεί πια από την ενεργό δράση έχοντας πλήρη οικονομική άνεση για οποιαδήποτε πολυτέλεια χωρίς να κάνουν τίποτα απολύτως, αν δεν έχουν πεθάνει ήδη.

Κι εδώ έγκειται η διαφορά: αν ακούσεις τραγούδια του παλιού και τραγούδια του καινούριου δύο διαφορετικές χρονικές στιγμές, θα διαπιστώσεις εύκολα ότι πρόκειται για άλλη μουσική. Και συνεπώς, αν ονομάσουμε την παλιά λαϊκή, τότε υποχρεωνόματε αναγκαστικά τη νέα να την αποκαλέσουμε αλλιώς. Αν η νέα θεωρείται λαϊκή, τότε η παλιά ήταν κάτι άλλο. Όμως τα παλιά είναι αυτά που είναι σωστό να ονομάζονται λαϊκά τραγούδια (χωρίς παρενθέσεις αυτή τη φορά) γιατί προϋπήρξαν και τότε εφευρέθηκε το είδος και ο ορισμός. Αλλά όμως και τα νέα αυτά παρόμοια τραγούδια έχει επικρατήσει να ονομάζονται λαϊκά χωρίς να είναι. Γι’ αυτό και χρησιμοποιώ τα εισαγωγικά, για να μην υπάρχει χώρος για παρανοήσεις.

συνεχίζεται στο 6ο και τελευταίο μέρος...

ΠΟΙΟΣ; ~ΜΕΡΟΣ 4~

Πρώτον: επαναλαμβάνονται οι ίδιες απλές λέξεις και φράσεις. Μερικά απλά επίθετα για να συμπληρωθεί η ομοιοκαταληξία και μια συγκεκριμένη έκδοση της ελληνικής γλώσσας που συναντάται αποκλειστικά και μόνο στην πρωτεύουσα. Την οποία και ο ακροατής έχει υποχρέωση να μάθει, αν θέλει να λέει ότι είναι μέσα στις εξελίξεις. Αν μιλάνε και αλλού έτσι, είναι γιατί προσπαθούν να μοιάσουν αντιγράφοντας, χωρίς να έχουν οι ίδιοι ταυτότητα κι εαυτό.

Δεύτερον: Δεν υπάρχουν συγκροτήματα, αλλά μόνο καλλιτέχνες, με καταδεικτική αδιαφορία στην αναφορά των λοιπών ιθυνόντων του εγχειρήματος. Στο τραγούδι ακούς δέκα όργανα, αλλά μόνο ο τραγουδιστής ή η τραγουδίστρια ονομάζονται και φωτογραφίζονται. Τα ονόματα των υπολοίπων γράφονται στην τελευταία σελίδα, λίγο πριν την προειδοποίηση να μην αφήνεται ο δίσκος πάνω σε σκληρές επιφάνειες γιατί θα χαλάσει.


Ποιοί είναι αυτοί;
Τρίτον: για να είναι τόσο ασήμαντοι αυτοί οι σκλάβοι και να φαίνονται μόνο σε μια γωνιά, εξηγεί την επίσης πλήρη απουσία αυτοσχεδιασμών. Δεν υπάρχει σημείο σε κανένα τραγούδι που να ανήκει αποκλειστικά σε κάποιον (εκτός από τον τραγουδιστή), για να εκφραστεί μέσω του παιξίματός του. Τα κομμάτια που ακούγονται μπορεί να τα παίξει οποιοσδήποτε, με τον ίδιο ακριβώς τρόπο. Κι έτσι…


Τέταρτον: …είναι πλήρως αντικαταστάσιμοι, και ολιγόμισθοι. Όταν κάποιος από το πλήρωμα του συγκροτήματος αποχωρήσει και στον επόμενο δίσκο θα είναι ένας άλλος, κανένας δε θα το καταλάβει. Δε μπορεί κανείς να πει με σιγουριά αν κάθε φορά είναι διαφορετικοί στις ζωντανές εμφανίσεις, στα επόμενα χρόνια ή ακόμα και στο επόμενο τραγούδι. Κανένας δε βγήκε ποτέ να τους ευχαριστήσει.


Πέμπτον: ο κάθε δίσκος έχει μέσα ένα τραγούδι άκρως απομνημονεύσιμο, που παίζεται στα ραδιόφωνα, στις τηλεοράσεις, γίνεται βίντεο κλιπ και τραγουδιέται από όλους συνέχεια, για λίγο καιρό. Υπάρχει κι άλλο ένα που είναι λιγότερο απομνημονεύσιμο, αλλά εξίσου χαριτωμένο και συμπαθητικό. Σε σπανιότατες περιπτώσεις που υπάρχει και τρίτο τέτοιο τραγούδι, όταν και ο δίσκος χαρακτηρίζεται από όλους μνημειώδης, αυτό είναι σαν το δεύτερο, αλλά ελαφρώς μικρότερης διάρκειας για να αποσείσει τις υποψίες διαφόρων εξερευνητών (αλλά όχι τις δικές μου). Τα υπόλοιπα δεν περιέχουν κανένα απολύτως νόημα και υπάρχουν μόνο και μόνο για να γεμίσει ο δίσκος και να είναι η τιμή του πιο υποφερτή. Πληρώνεις δυο-τρία τραγούδια στην τιμή των δέκα.


Έκτον: κανένα τραγούδι δεν έχει διάρκεια πάνω από πέντε λεπτά. Συνήθως είναι τρία λεπτά, όσα ακριβώς χρειάζεται για να παιχτεί στο ραδιόφωνο. Μερικά φτάνουν και τα τέσσερα με πέντε στην πιο ακραία περίπτωση, αλλά μέχρι εκεί. Αυτό πιστεύω ότι συμβαίνει γιατί με τόσο περιορισμένο το χώρο έκφρασης, από ένα σημείο κι έπειτα δεν υπάρχει κάτι για να πει κανείς εκτός από το να επαναλαμβάνει τα ίδια και τα ίδια.


Έβδομον: Έφυγες, ήρθες, με παράτησες, με λάτρεψες, σου τα χάρισα, μετάνιωσες, ξαναέφυγες, ξαναήρθες, κατάλαβες, αχαριστία, με αγάπησες, μοναξιά, φταις, χτύπος, πίνω, σκοτάδια, τσιγάρο. Κάτι τέτοια με έκαναν να σκεφτώ Το Πείραμα, που θα βρείτε ενδιαφέρον λίγο πιο κάτω.


Όγδοον: Αυτή η παρατήρηση δεν αναιρεί τη 2, 3 και 4 αλλά επισημαίνεται γιατί δεν είναι σωστό να τους βάζουμε όλους στο ίδιο καζάνι, πρέπει να αποδεχτούμε κι αυτήν εδώ την πιθανότητα. Τώρα τελευταία ένας καλός μου φίλος μου επέστησε την προσοχή σε μια καλά κρυμμένη πληροφορία. Τα όργανα που ακούγονται σε όλα τα «νεολαϊκά» τραγούδια μοιάζουν εκπληκτικά μεταξύ τους, άσχετα με οποιοδήποτε κριτήριο διαχωρισμού. Δηλαδή σχεδόν ότι και να βάλεις ν’ ακούσεις, αν βγάλεις τη φωνή θα απομείνει ένας γενικά ίδιος ήχος. Ο φίλος μου αυτός μου εξήγησε ότι δεν πρόκειται για ήχο οργάνων αλλά για υπολογιστή.
Ο ήχος του τραγουδιού δημιουργείται όταν ένας υπολογιστής προγραμματίζεται να φτιάξει ένα συγκεκριμένο σύνολο ήχων εκ του μηδενός, που αποκαλείται «τραγούδι». Ο υπολογιστής αυτός λοιπόν, έχει προηχογραφημένες όλες τις νότες που είναι δυνατόν να χρησιμοποιηθούν για πολλά όργανα. Ο ηχολήπτης τις συνδυάζει με τη βοήθεια των κατάλληλων προγραμμάτων, κι έτσι τα μέρη των μουσικών οργάνων είναι σύντομα έτοιμα. Ο καλλιτέχνης πηγαίνει στο στούντιο όπου ο ηχολήπτης έχει ολοκληρώσει την προεργασία αυτή, και προσθέτει τη φωνή του στο προϋπάρχον κομμάτι.
Τί γίνεται με το υπόλοιπο «νεολαϊκό» μουσικό στερέωμα όμως; Ποιες ενέργειες θα κάνει ένας άλλος καλλιτέχνης για το δικό του δίσκο; Μα, τι άλλο από το να πάει κι αυτός σε παρόμοιο μέρος. Αν δεν πάει στο ίδιο στούντιο με τον πρώτο, θα πάει σε άλλο που θα κάνει παρόμοια δουλειά με παρόμοια προγράμματα.
Σ’ αυτό το σημείο αναρωτήθηκα : τα ίδια προγράμματα, οι ίδιοι ήχοι, οι ίδιοι στίχοι, τι φτιάχνουν; Δε θ’ απαντήσω εγώ για τον αναγνώστη, θα τον αφήσω ν’ απαντήσει ολομόναχος, αλλά όχι ακόμα. Έχουμε κι άλλα επιχειρήματα να εξετάσουμε.
Αυτό που διαπίστωσα και μόνος μου, προσέχοντας τις διακυμάνσεις και τις εναλλαγές των οργάνων συγκεκριμένα και όχι γενικά το κάθε κομμάτι σαν ολότητα είναι ότι ο περίπου ίδιος ήχος είναι φανερός ακόμα κι αν συμπεριλάβεις και τις φωνές που ακούγονται. Αυτό ενισχύει ακόμα περισσότερο τα συμπεράσματα του Πειράματος, που θα δούμε αμέσως παρακάτω.


Ένατον: Τα δύσκολα θέματα όπως η εκδίκηση, η μισαλλοδοξία, ο εθισμός, η προδοσία, η ειλικρινής συγγνώμη και άλλα συναφή είναι ξεγραμμένα από τον κατάλογο των «λαϊκών» τραγουδιών. Γιατί ο ακροατής φοβάται να τα αντιμετωπίσει. Μπορεί να πληρώσει χρήματα για να απαλύνει την ψυχή του ή του συνανθρώπου του. Ίσως αδιαφορήσει εντελώς, ξέροντας ότι η κατάσταση που του παρουσιάστηκε θα χαθεί μέσα στον κυκεώνα της ανωνυμίας της μεγαλούπολης που υποτίθεται ότι πρέπει να ζεις. Αν δε ζεις στη μεγαλούπολη, δε μπορείς να ελπίζεις ότι θα εξαφανιστείς στο πλήθος, και τα «λαϊκά» τραγούδια δε σου λένε τι γίνεται τότε.
Αλλά ποτέ, μα ποτέ, ο ακροατής δε θα βρεθεί απέναντι από την αλήθεια. Αν βρεθεί, δε θα ξέρει τι να κάνει ή θα πέσει μέσα στο λάκκο με την πίσσα, κάνοντας κάτι άσχετο με τα γεγονότα. Υπάρχουν άλλοι να το κάνουν, αυτοί που ξέρουν από την πραγματική ζωή και που πληρώνονται γι’ αυτό. Υπάρχουν και άτομα έτοιμα να θυσιάσουν τα πάντα, και που δουλειά τους είναι να καθαρίζουν τις βρωμοδουλειές άλλων που προσπαθούν να κάνουν τους στίχους που ακούνε πραγματικότητα.


Δέκατον: Αν τα λαϊκά απευθύνονται εκεί που λέει η λέξη «στο λαό», έχω τη γνώμη πως πολύ λίγοι πια από τον απλό λαό έχουν την ευχέρεια να ασχοληθούν μ' αυτά. Όταν χρειάζεται να μετράς τα ωραία σου λεφτουδάκια που είχες σκοπό να διοχετεύσεις κάπου όπου χρειάζεται ή να αναβάλλεις αυτό που χρειάζεσαι για λίγο καιρό, με σκοπό να πας να διασκεδάσεις για μια βραδιά «λαϊκά», μάλλον αυτό που κάνεις δεν είναι λαϊκό αλλά πλουσιοπάροχο ή δυσβάσταχτο οικονομικά ή δεν ξέρω κι εγώ τί άλλο, μα σίγουρα όχι για την τσέπη σου.


Γιατί δε βρήκα την αγάπη και τον έρωτα: Μοιάζουν πολύ, η ομοιότητα είναι παραπάνω από εκπληκτική, αλλά θα δούμε ότι πρόκειται για δύο εντελώς διαφορετικές έννοιες. Είναι σαν δυο σταγόνες, μόνο που η μια είναι σκέτο νερό και η άλλη το ποτό της Αθανασίας. Το θέμα για το οποίο μιλάει το «νεολαϊκό» ρεύμα της μουσικής δεν είναι αγάπη και έρωτας. Δεν ξέρω πώς λέγεται και μάλλον δεν έχει όνομα. Ο περιγραφικός της ορισμός είναι ο εξής.
Είναι μια ρευστή αλλά περιορισμένη αντίληψη αποκλειστικά περί διαπροσωπικών σχέσεων η οποία διηθείται μέσα από αρχέγονα ένστικτα για σεξουαλική ικανοποίηση, εκδίκηση και κατάθλιψη. Αυτό είναι το θεματικό υπόστρωμα και μόνο αυτό.
Κανένα «λαϊκό» τραγούδι δε μπορεί να ξεφύγει από τον παραπάνω ορισμό. Αν το κάνει, δε θα λέγεται πια «λαϊκό» και θα εξυπηρετεί άλλους σκοπούς. Με όποιες απόρροιες κι αν υφίστανται.

Θα το εξηγήσω αμέσως πιο απλά. Υπάρχουν, μέχρι στιγμής, δύο φύλα. Ο άντρας και η γυναίκα. Οι ομοφυλοφιλικές ή αμφιφιλικές σεξουαλικές παρεκκλίσεις δεν κάνουν τίποτα άλλο από το να επιτρέπουν σε κάποιο άτομο να παριστάνει τον άντρα ή τη γυναίκα ενώ δεν είναι. Δε δημιουργούν άλλα φύλα.
Τώρα, οι σχέσεις μεταξύ των φύλων είναι πολύ απλές και συγκεκριμένες. Ο ένας παίρνει και ο άλλος δίνει. Μην πάει ο νους σας αποκλειστικά στο πονηρό, δεν εννοώ μόνο αυτό. Η μια πλευρά είναι καταδικασμένη να δίνει και η άλλη καταδικασμένη να περιμένει αυτό που έχει να δώσει η άλλη. Οποιαδήποτε άλλη συμπεριφορά έχει επικρατήσει στις κοινωνίες του επονομαζόμενου «πολιτισμένου» κόσμουνα μην είναι κατάπτυστη μόνο αλλά εξωφρενική και μερικές φορές δείγμα ψυχολογικής ασθένειας.

Δεν είναι σωστό να ζητήσει μια κοπέλα από ένα αγόρι να πάνε μαζί στο χορό. Μόνο το αγόρι πρέπει να το πει αυτό. Αν ο χρόνος της πρόσκλησης κοντεύει να λήξει, η κοπέλα μπορεί να πάει στο αγόρι και να του υπενθυμίσει ότι αυτός πρέπει να της ζητήσει να την συνοδέψει, αλλά όχι να του το ζητήσει αυτή. Αν δεν γίνει έτσι η πρόσκληση, δεν υπάρχει χορός.
Η γυναίκα από την άλλη μεριά είναι μια πηγή ευθραυστότητας και ευαισθησίας. Ακόμα κι αν ένας άντρας έχει πρόβλημα, δε θα πάει στο φίλο του για να λάβει μια δόση συγκατάβασης ή παρηγοριάς. Γιατί ο φίλος του δεν έχει αυτά τα πράγματα για να του τα δώσει. Διαθέτει μόνο συμπεριφορές και απαντήσεις «από άντρες για άντρες» οι οποίοι φέρονται αντρίκεια. Δεν υποστηρίζω ότι μια τέτοια αντιμετώπιση είναι απαίσια. Αλλά ο πονεμένος φίλος μας δε θα βρει εκεί ούτε ευαισθησία ούτε ευθραυστότητα, γιατί την αναζητεί σε λάθος μέρος.
Μόνο μια γυναίκα έχει στάση τέτοια η οποία θα δώσει απάντηση στο ζήτημα που τον απασχολεί, που θα ξυπνήσει μέσα στον ακροατή την ιδέα της αυτοσυντήρησης μέσα από την ήρεμη επαναφορά από την αταξία στην ισορροπία. Κάποιες φορές η ιδέα αυτή είναι τόσο φανερή που κάποιος αναγνωρίζει ότι μια συμβουλή την έχει δώσει άντρας ή γυναίκα.

Δε μπορεί ένας άντρας να κλάψει επειδή τον άφησε μια γυναίκα. Δε μπορεί να τη δείρει. Δε μπορεί να την εκδικηθεί. Δε μπορεί να το ξεπεράσει εντελώς ποτέ. Μπορεί μόνο να πάει στα μπαράκια για άλλες γυναίκες με τους φίλους του. Μια γυναίκα δε γίνεται να μην δακρύσει κατά βάθος σε ένα χωρισμό. Είναι αδύνατον να μην του μαγειρέψει για να τον καταφέρει σε κάτι. Δεν μπορεί κάποιος να μην την προσέξει όταν είναι δυστυχισμένη.
Ο άντρας δεν είναι ποτέ δυστυχισμένος. Είναι μόνο ή ευτυχισμένος ή στην πορεία να γίνει ευτυχισμένος ξανά. Είναι ορκισμένος και έτοιμος να προστατέψει μια γυναίκα από τους κακούς, αλλά ποτέ οι ρόλοι δεν αντιστρέφονται. Δούναι και λαβείν, φίλε μου.
Όταν δεις να γίνονται αντίστροφα όσα περιέγραψα παραπάνω, θα έχει έρθει το τέλος του κόσμου, και οι δρόμοι θα θρύβουν από ορδές δαιμόνων που θα ξεπετάγονται από σχισμές στο έδαφος, που από μέσα τους θα ξεπηδάει η κολασμένη φωτιά του Καθαρτηρίου.

Προφανώς οι συμπεριφορές αυτές δεν αναφέρονται στο απόλυτο σύνολο των ανδρών και των γυναικών. Υπάρχουν και περιπτώσεις στις οποίες τα παραπάνω δεν ισχύουν, και δεν πρόκειται ούτε για μεμονομένα περιστατικά ούτε για μειοψηφικές εξαιρέσεις ούτε για δακτυλοδεικτούμενα φαινόμενα στα οποία αποστρέφουμε το βλέμμα. Αλλά οι τρόποι ζωής αυτοί δεν προβάλλονται από αυτό που αποκαλείται «λαϊκή» μουσική. Τα «λαϊκά» διαπνέονται από μια αύρα η οποία ζει μέσα στους ανθρώπους που της ανοίγουν την καρδιά τους, γίνονται μέρος της και από εκεί και έπειτα βλέπουν τον κόσμο μέσα από αυτήν. Δεν γίνεται να απαλλαγούν από αυτή ποτέ, μόνο να ακολουθούν τη φιλοσοφία αυτή και μετά όλα τα υπόλοιπα. Σαν μια πόλη από την οποία δε μπορείς ποτέ να απομακρυνθείς ούτε σε απόσταση ούτε σε χρόνο.

Τώρα τελευταία συνάντησα και τον χαρακτηρισμό «ελληνικά» τραγούδια, όταν αναφέρθηκαν στην ίδια κατηγορία. Τα υπόλοιπα είναι προφανώς κινέζικα.

Αυτά τα επιχειρήματα πιστεύω να τα καταλαβαίνουν όλοι, γιατί είναι εκτός των άλλων γραμμένα με απλά λόγια. Όσοι έχουν νευριάσει είναι γιατί αρνούνται να παραδεχτούν την αλήθεια. Μην εκνευρίζεστε, γιατί έχω επιχειρήματα υπέρ και των δύο πλευρών.

συνεχίζεται...

ΠΟΙΟΣ; ~ΜΕΡΟΣ 3~

ΛΕΞΙΛΟΓΙΟ
Οι λέξεις που έχουν σημασία σε μια φράση είναι αυτές που την κάνουν απομνημονεύσιμη. Στην φράση «να απαριθμήσετε με ένα σύντομο κείμενο τα πλεονεκτήματα της οκνηρίας», οι σημαντικές λέξεις που σου μένουν στο μυαλό είναι «απαριθμήσετε», «κείμενο», «πλεονεκτήματα», «οκνηρία». Αυτές οι λέξεις, λοιπόν, είναι που καθιστούν τη φράση αυτή καθαυτή ιδιαίτερη.
Αν συνηθίζεις να χρησιμοποιείς ένα σύνολο τέτοιων ιδιαίτερων λέξεων, δημιουργείς έναν προσωπικό τρόπο έκφρασης που καθιερώνεται και αναγνωρίζεται από τους άλλους όπου απαντάται. Κι έτσι, εύκολα καταλαβαίνουμε ότι δημιουργούνται σύνολα λέξεων τα οποία έχουν πολύ συγκεκριμένες ιδιότητες.
Έτσι έχουμε τα επιστημονικά σύνολα, τα φιλοσοφικά, τα καθημερινά, τα νομικά, τα τοπικά και πάρα πολλά άλλα για να τα παραθέσουμε εδώ, χωρίς να υπολογίσουμε και τα υποσύνολά τους. Όλα είναι έκδοση της ίδιας γλώσσας, χωρίς τα παρακλάδια αυτά να αναιρούν τη γλώσσα, αλλά να είναι φτιαγμένα για να περιγράφουν επαρκέστερα τα ειδικότερα αντικείμενα με τα οποία συνδέονται. Αν δεν χρησιμοποιηθούν για το σκοπό για τον οποίο ανήκουν εκεί που ανήκουν, είναι στην καλύτερη περίπτωση δυσνόητες και στη χειρότερη εντελώς άχρηστες.
Λόγου χάρη, αν χρησιμοποιήσει ένας στρατιωτικός τα αρκτικόλεξα του στρατού προσπαθώντας να περιγράψει σ’ ένα μαθηματικό την έλλειψη εμπιστοσύνης στις κοινωνίες τη σημερινή εποχή, μάλλον θα αποτύχει. Γιατί η στρατιωτική ορολογία είναι φτιαγμένη σχεδόν αποκλειστικά για υπηρεσιακούς σκοπούς.
Αν μια γυναίκα που έχει ποντιακές ρίζες χρησιμοποιήσει την ιδιογλωσσία της για να παρουσιάσει μια μαγειρική συνταγή σε ένα κρητικό, ενώ υπάρχει περίπτωση να γίνεται με τον ίδιο τρόπο και στις δύο περιοχές, τα συστατικά μάλλον θα έχουν διαφορετικές ονομασίες.

Το ίδιο συμβαίνει και με τα τραγούδια. Για να γράψεις ένα «λαϊκό» άσμα, δε μπορείς να βάλεις μέσα τη λέξη φρυκτωρία. Ούτε ανεπίστητος. Ούτε κυρτοσύνη.  Όσες δεν ανήκουν σ’ αυτό το σύνολο, είναι γιατί έχουν δοκιμαστεί στο «λαϊκό» κοινό και δεν έχουν αποδώσει. Είναι ακατάλληλες, όπως και στα δύο παραπάνω παραδείγματα. Μπορεί να είναι μερικώς κατανοητές, αλλά δε θα τις δεις πουθενά μέσα σε τέτοιου είδους τραγούδια. Γιατί αυτός που θα ακούσει το τραγούδι δε θα καταλάβει τι σημαίνουν αυτές οι λέξεις. Και ούτε λεξικό θα ανοίξει ούτε κάποιον άλλο θα ρωτήσει για να μάθει. Γιατί είναι μαθημένος να μην το κάνει. Πώς είναι μαθημένος;
Εγκατέλειψες, έληξες, πόνος, χάδι, μπερδέψει, εντάξει, ορκισμένος, καρδιά, αγάπη, χάρη, ξαναγυρίσεις, και λοιπά συναφή. Δημιουργείται ένα όριο στις λέξεις που μπορούν να χρησιμοποιηθούν. Αυτός που βάζει να ακούσει ένα «λαϊκό» τραγούδι, μισοπεριμένει να συναντήσει παρόμοιους στίχους και εκφράσεις. Έτσι έχει συνηθίσει, έτσι είναι μαθημένος. Αν δεν βρει αυτό που περιμένει, την επόμενη φορά θα σκεφτεί να προσπεράσει αυτό το τραγούδι. Ή θα το ξανακούσει, όταν όμως θα βρεθεί σε άλλη διάθεση, έξω από την επικράτεια των «λαϊκών» τραγουδιών.
Το λεξιλόγιο του «λαϊκού» τραγουδιού είναι στις μέρες μας πάρα πολύ περιορισμένο. Και μέσα από την πάροδο του χρόνου φαίνεται ότι όχι μόνο παραμένει έτσι, αλλά και ότι κατατμείται ακόμη περισσότερο.


Τελειώσαμε και με το λεξιλόγιο των «λαϊκών» τραγουδιών. Είδαμε ότι υπάρχουν όρια στο ποιές λέξεις είναι κατάλληλες και ποιές όχι. Αν αποφασίσεις να γράψεις ένα τέτοιο τραγούδι, οι επιλογές σου είναι μετρημένες, σαν να διαλέγεις φαγητά από το μενού εστιατορίου. Την ίδια στιγμή, άλλοι για να σαν να πετάνε το λεξικό στα σκουπίδια επειδή μπορούν και μόνοι τους να δημιουργούν γλώσσα. Όμως αυτοί δεν ασχολούνται σοβαρά με τα τραγούδια αυτά, πέρα από το να ακούνε αναπόφευκτα έναν ήχο, σαν ένα σκυλί που αλυχτάει πέρα μακριά. Άλλωστε, αν επεκταθείς πολύ στο λεξιλόγιό σου, το πιο πιθανό είναι να ξεφύγεις και από το θεματικό σου όριο που περιγράψαμε παραπάνω, και να κινδυνέψεις να μη γίνεις κατανοητός στο κοινό σου.
Μπορούμε να το δούμε με απλά μαθηματικά. Με ένα πρόχειρο υπολογισμό, αν για παράδειγμα, το λεξιλόγιο αυτό αποτελείται από 90 λέξεις, που είναι και σχετικά λίγες, με όλους τους συνδυασμούς που μπορεί να φτιάχνουν, τροφοδοτούν τουλάχιστον 50 καλλιτέχνες που θα βγάζουν δίσκο σε λιγότερο από ένα χρόνο, με δέκα τραγούδια στον καθένα, και όλα αυτά για δεκαπέντε χρόνια.


ΕΙΔΗ ΛΑΪΚΟΥ ΤΡΑΓΟΥΔΙΟΥ
Δεν έχω όλη την ώρα την ίδια διάθεση. Γι’ αυτό και θέλω να δω τι μπορεί να με εξυπηρετήσει από τα «λαϊκά» τραγούδια για να την τροφοδοτήσω. Σήμερα θέλω να ακούσω κάτι μυθιστορικό, για μάχες και δράκους, για πύργους, πριγκίπισσες και ιππότες. Ρώτησα τη φίλη μου αυτή και μου είπε ότι δεν υπάρχει τέτοιο πράγμα στα λαϊκά.
Μια άλλη μέρα ήμουν νευριασμένος και ήθελα κάτι που να λέει για το πόσο χαμηλά έχει φτάσει η κοινωνία μας και το τι γίνεται στον κόσμο για να κρατηθεί η ανθρωπιά ζωντανή. Πήρα τηλέφωνο ξανά, αλλά με διαβεβαίωσε ότι ούτε αυτό υπάρχει.
Κάποια στιγμή βαριόμουν και χρειαζόμουν μια δόση αγωνίας και δράσης, χρειαζόμουν ένα δίσκο με το ίδιο θέμα που η περιπετειώδης ιστορία του να συνεχίζεται κατά τη διάρκειά του. Ούτε απ’ αυτό έχει.
«Και, τι έχει;»
«Α, μάλιστα», απάντησε η φίλη μου, «το μόνο που θα βρεις είναι για αγάπη και έρωτες. Αυτό από μόνο του αρκεί».
«Τί αρκεί; Με τα υπόλοιπα τι γίνεται; Δε μπορώ να έχω όλη την ώρα τη διάθεση γι’ αυτό. Ωραία είναι, αλλά από εκεί και πέρα τί;».
«Ν’ ακούσεις κάτι άλλο τότε εκτός από λαϊκά. Αυτά έχουν επικρατήσει να μιλάνε για τέτοια πράγματα».
Εκείνη τη στιγμή σκέφτηκα μήπως θα έπρεπε να τα πουν «αγαπησιάρικα» ή «ερωτικά» ή «σεξουαλικά». Κάτι άρχισε να μη μου ταιριάζει.

Σκάβοντας όλο και βαθύτερα στην παγωμένη σπηλιά, αναζητώντας πια μάταια το θησαυρό, είδα μέσα στο σκοτάδι δυο μάτια να με κοιτάζουν απειλητικά με στενεμένες τις κόγχες. Η μαύρη σιλουέτα άφησε μια σφυριχτή εκπνοή που αντήχησε στα τοιχώματα του ερέβους κι εξαφανίστηκε σε μια ασημένια τολύπη αχνού. Είχα φτάσει επικίνδυνα κοντά σε κάτι, και αυτό το κάτι φοβήθηκε που με είδε. Από εκείνη τη στιγμή και μετά συνέχισα την έρευνά μου όχι φιλικά πια, αλλά αντιμετωπίζοντας το θεσμό αυτόν με κατά μέτωπο επίθεση. Χωρίς έλεος. Χωρίς αιχμαλώτους.

Έψαξα μέσα στα «λαϊκά» τραγούδια για αυτό το ένα και μοναδικό πράγμα που είναι δυνατόν να βρω μέσα τους, όπως είπε η φίλη μου, αλλά και οποιοσδήποτε άλλος που ρώτησα. Έψαξα πολύ, με θάρρος, αποφασιστικότητα και επιμονή. Ίσως πρέπει να το κάνω σύνθημά μου αυτό.
Έψαξα. Και δε βρήκα τίποτα.
Και, για να πω την αλήθεια, δεν περίμενα να βρω ύστερα από όλη αυτή την έρευνα. Ανακάλυψα όμως μερικά άλλα, πολύ ενδιαφέροντα πράγματα, που δεν τα αναζητούσα, όταν ξεκίνησα ν’ αναρωτιέμαι.


συνεχίζεται...

Νεότερες αναρτήσεις Παλαιότερες αναρτήσεις Αρχική σελίδα